σιβύνη

και συβίνη και συβήνη, ἡ, και σιβύνης, ὁ, Α
1. θηρευτική λόγχη
2. (κατ' επέκτ.) κάθε είδους λόγχη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί με επίθημα -ύνη τών λ. που φανερώνουν όργανο (πρβλ. κορ-ύνη, τορ-ύνη). Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ., γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το αντίστοιχο λατ. sibyna / sybina, που θεωρήθηκε ιλλυρικό δάνειο. Κατά τον Ηρόδοτο, η λ. σιβύνη είναι κυπριακός τ., ενώ, κατ' άλλους, ανάγεται σε θρακοφρυγική ρίζα και συνδέεται με τα: περσ. zōpīn (πρβλ. ζιβύνη), αρμεν. sәvīn, συρ. swbyn με σημ. «λόγχη»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιβύνη — hunting spear fem nom/voc sg (attic epic ionic) σιβύνη hunting spear masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιβύναις — σιβύνη hunting spear fem dat pl σιβύνη hunting spear masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιβύνην — σιβύνη hunting spear fem acc sg (attic epic ionic) σιβύνη hunting spear masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιβύνας — σιβύνᾱς , σιβύνη hunting spear fem acc pl σιβύνᾱς , σιβύνη hunting spear fem gen sg (doric aeolic) σιβύνᾱς , σιβύνη hunting spear masc acc pl σιβύνᾱς , σιβύνη hunting spear masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζιβύνη — ζιβύνη, ἡ (AM) (Α και ζηβύνη και ζηβήνη) σιδερένιο ακόντιο ή λόγχη (βλ. σιβύνη). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σιβύνη] …   Dictionary of Greek

  • σίβυνος — ὁ, Μ [σιβύνη] αυτός που ανήκει στη σιβύνη* …   Dictionary of Greek

  • σιβύνιον — τὸ, Α [σιβύνη] υποκορ. τού σιβύνη* …   Dictionary of Greek

  • Illyrian languages — language name=Illyrian familycolor=Indo European states=Once Illyria and some lands adjacent region=Western Balkans extinct=It is disputed whether the Illyrian languages can be considered extinct. Those who favor the extinction scenario estimate… …   Wikipedia

  • SIBYNA — apud Tertullian. adv. Marc. l. 3. c. 21. Et concident machaeras suas in aratra, et sibynas in salces> σιβύνη Ephippo apud Athenaeum l. 12. ζιβύνη Graecis Interpp. Ierem. c. 6. v. 23. Aristagorae et Herod. 1. 5. est αἰχμὴ βραχεῖα, hasla brevis …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σιβύνης — ὁ, Α βλ. σιβύνη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.